Ο ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ

1. Είναι ακόμα νωπές οι μνήμες, κυρίως τη δεκαετία του ΄70 στον Ευρωπαϊκό εν γένει χώρο, από το εκτεταμένο κύμα των επονομαζόμενων, (τότε και τώρα…), τρομοκρατικών πράξεων. Συνεχίζεται, μάλιστα, ακόμη και σήμερα η ιστορική, θεωρητική, κοινωνική και πολιτική καταγραφή του φαινομένου και η προσέγγιση στα γενεσιουργά κίνητρα του. Στην εποχή μας τα φαινόμενα ανάλογης βίαιης αντίδρασης των πολιτών, (χωρίς να έχουν εκλείψει), έχουν διαφοροποιηθεί, (κυρίως όσον αφορά την αφετηρία τους), αν και λόγω των νέων συνθηκών, είναι πολύ πιθανό ένα νέο κύμα τρομοκρατίας να κτυπήσει τις θύρες της γηραιάς ηπείρου.

2.Παράλληλα η διάσπαση πολλών κρατών σε συνδυασμό με την κατάρρευση την αλλαγή πλεύσης του πάλαι ποτέ λεγόμενου «Ανατολικού κόσμου» οδήγησαν σε μια σειρά εθνικιστικών εξάρσεων και θρησκευτικών φανατισμών. Από τηνάλλη πλευρά, στον λεγόμενο «Δυτικό κόσμο», και ειδικότερα στη Δυτική Ευρώπη, η συνεχής διολίσθηση και σύγκλιση των πολιτικών επιλογών με τακτικέςτου «νέου κόσμου», η έξαρση της ανεργίας, η εμφάνιση ρατσιστικών φαινομένων, ο περιορισμός του κράτους πρόνοιας και η ανάδειξη μιας νέας μορφής προβλημάτων, που σχετίζονται με το περιβάλλον, μαζί με την πλήρη «βιομηχανοποίηση» της λειτουργίας του θεσμού του κράτους, έφεραν στο προσκήνιο νέα αιτήματα αλλά και νέες μεθοδεύσεις αντίδρασης.

3.Συνάμα η λειτουργία των θεσμών της δικαιοσύνης, τόσο στη χώρα μας όσο και στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο, ακολουθώντας τους κλυδωνισμούς του μεταβατικού σταδίου, (που ενσωματώνει χαρακτηριστικά και της, ασαφούς, έννοιας παγκοσμιοποίηση), στο οποίο εισήλθε και η ιστορική, (κοινωνική και οικονομική), πορεία της Ευρώπης,διέρχεται κρίση, η οποία οφείλεται και στη γένεση νέων δικαιϊκών μεγεθών, τα οποία, με τη σειρά τους, οφείλουν την ύπαρξη τους σε νέα τεχνολογικά επιτεύγματα, (ο τίτλος, και το περιεχόμενο, του βιβλίου του PVirilio, εκδόσεις Νησίδες, «Ασθμαίνουσα πραγματικότητα», αποδίδει την παρούσα κατάσταση).Παράλληλα, όσο και αν θεωρητικά ηχεί ως παράδοξο, στις αρχές μάλιστα του 21ου αιώνα, η λογική της απονεμομένης δικαιοσύνης υπακούει όλο και περισσότερο στα αδιόρατα αλλά τελικά πολύ συγκεκριμένα πλαίσια-συμφέροντα της πολιτικής εξουσίας. Φαίνεται, ότι όλα τα είδη των εξουσιών συνδέονται με υπόγειους, παρασκηνιακούς αλλά άρρηκτους δεσμούς αλληλο-υποστήριξης και αλληλο-κάλυψης.

4.Δίπλα σ΄ αυτά η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επικοινωνίας, (διαδίκτυο), (που όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και ο ποιητής Δ. Πορφύρης, «NoamYork», εκδόσεις Στοχαστής, 2000, «ο δάσκαλος προγραμματιστής και τα κεφάλια των παιδιών να προβάλλουν από τα Windows»), και η ραγδαία, (αλλά πολιτικά και οικονομικά πλήρως ελεγχόμενη), ανέλιξη της «τέταρτης» εξουσίας θέτουν νέα προβλήματα και δημιουργούν νέα «περιβάλλοντα».

5.Όλα αυτά, λοιπόν, επανέφεραν, με τον πιο δραματικό τόνο και τρόπο, στην επιφάνεια το ζήτημα της σχέσης του απλού πολίτη απέναντι στα νέα δεδομένα.Και θέτουν και πάλι επιτακτικά επί τάπητος το (αιώνιο) θέμα της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης απέναντι σε, (αυτή τη φορά νέους, πιο καλά οργανωμένους), θεσμούς λειτουργίας του κράτους και «αστυνόμευσης» των πολιτών, οι οποίοι πολλές φορές φθάνουν μέχρι τον ουσιαστικό έλεγχο του φρονήματος. Ήδη μια σειρά διεθνών ή διμερών διακρατικών συμφωνιών ρυθμίζουν, με λεπτομέρειες, την παρακολούθηση των πολιτών, σε όλα τα επίπεδα, (το σύστημα ESELON μπορεί να θεωρηθεί απλά ως πλήρης δικαίωση του Όργουελ).

6.Αφορμές για την εργασία, που ακολουθεί, στάθηκαν αφενός μενη απολογία ενός άγνωστου ταλαιπωρημένου μετανάστη, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για κλοπή ειδών πρώτης ανάγκης από γνωστό πολυκατάστημα των Αθηνών αφετέρου δε η σταθερή άρνηση ενός (οικογενειακού γνωστού) συμπαθέστατου, (κατά τα άλλα), ανέμελου παιδιού να καταταγεί στο στρατό για την εκπλήρωση της θητείας του.

7.Ο μεν πρώτος απολογούμενος, χωρίς συνήγορο-υπερασπιστή, χωρίς επαρκή γνώση της Ελληνικής και κάτω από τις γνωστές συνοπτικές διαδικασίες των «φορτωμένων» εκθεμάτων του αυτόφωρου, δεν μπόρεσε να αποδείξει το αυτονόητο: ότι είχε φτάσει σταακρότατα όρια της επιβίωσης. Χωρίς την ανάλωση των κλαπέντων δεν θα είχε εμφανιστεί στο δικαστήριο και η δίωξη του θα είχε παύσει, όπως όλες οι διώξεις κατά αποβιωσάντων. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό τέλεσης της πράξης εκ μη «ταπεινών αιτίων» ή λόγω «μεγάλης ένδειας», πιθανώς διότι θα διέφυγε των κριτών του ότι «η αρετή είναι εύκολη, [μόνον] όταν δεν έχεις βιοτικές ανάγκες», όπως σημείωνε ο Μ. Εμινέσκου.

8.Ο δεύτερος αρνούμενος να στρατευθεί επένδυσε ιδεολογικά τη συνειδητή προσπάθεια αποφυγής της σχετικής ταλαιπωρίας, που υφίστανται όλοι οι στρατευμένοι. Η εμμονή του αυτήείχε ως αποτέλεσμα μια μεγάλη περιπέτεια για τον ίδιο και ένα στρατευμένο λιγότερο για την πατρίδα.

9.Και τα δυο αυτά γεγονότα λειτούργησαν ως άσκηση εργασίας στο νου και απαιτούσαν (ουσιαστικά εκβίαζαν) μια απάντηση. Το ερώτημα, (αλλά -κυρίως- οι εικόνες που το συνόδευαν), επανέρχονταν φορτικά, τις μικρές ώρες της αυτοσυγκέντρωσης, «τι θα έκανες για την υπεράσπιση τους»; Επειδή ο Δικηγόρος είναι (πρέπει να είναι) «συμπράττων λειτουργός της δικαιοσύνης», το ερώτημα απαιτούσε μια πιο υπεύθυνη και ολοκληρωμένη απάντηση από αυτή που θα αρκούσε για την «βιομηχανοποιημένη και τελικά αδιάφορη» απονομή της δικαιοσύνης ή για την απλή και άκρως υποτιμητική ενθυλάκωση ενός ακόμη «γραμματίου παράστασης».

10.Στο σημείο αυτό οφείλεται μια καθαρή εξήγηση στους αναγνώστες. Το καταληκτικό συμπέρασμα είναι σχετικής αξίας.

α. Πρώτον αποτελεί συγκερασμό, (ή για την ακρίβεια προσπάθεια συγκερασμού), τόσο της λογικής όσο και του συναισθήματος, αφού η ανθρώπινη φύση είναι διττή. Σε διαφορετική περίπτωση, (δηλ. επιλογής ως οδηγού και κανόνα ευθυγράμμισης είτε μόνον της λογικής είτεμόνον του συναισθήματος), θα ήταν μονομερής η προσέγγιση. Βέβαια, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι, η ίδια η έννοια του συγκερασμού, συνιστά αφεαυτής λογική διαδικασία, η οποία προδίδει τη μεγαλύτερη συμμετοχή της λογικής στην όλη προσπάθεια, χωρίς, όμως, να διατηρείται σταθερό και το, (ίσως, τελικά, δίκαιο), βλέμμα της «μέσης απόστασης» του JohnSearle.

β. Δεύτερον, οι προτάσεις και οι θέσεις της εργασίας δεν ενσωματώνονται στο κεφάλαιο του συμπεράσματος αλλά βρίσκονται διάσπαρτες σε όλο το κείμενο. Συνεπώς και οι πάμπολλοι διατυπούμενοι προβληματισμοί εκφράζουν τις αυτονόητες ενστάσεις στο ίδιο το τελικό συμπέρασμα.

γ. Τρίτον βασικές προϋποθέσεις, (όροι-αιρέσεις sinequanon), όλων των σκέψεων της εργασίας αποτελούν οι επισημάνσεις του τελευταίου κεφαλαίου. Χωρίς την συνδρομή αυτών και το συμπέρασμα θα ήταν, εντελώς, διαφορετικό.

δ. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η προσέγγιση του θέματος στηρίχθηκε, κυρίως, στην «πρακτική» διάσταση του, έτσι ώστε να καταστεί ευκολότερη η ανάγνωση του αλλά και να υπάρξει η δυνατότητα μιας (όποιας) «χρήσης - χρησιμότητας -χρηστικότητας» για τον αναγνώστη.

ε. Eπισημαίνεται, ακόμη ότι η διαρκής, (συχνά αμφιταλαντευόμενη), κίνηση των θέσεων της εργασίας ανάμεσα στους δυο (τουλάχιστον) πόλους-δρόμους-λύσεις-επιλογές σε σχέση με το θέμα, οφείλεται στην «προτροπή» του LWittgenstein περί βύθισης στην αμφιβολία. Άλλωστε, παραφράζοντας τον Ντοστογιέφσκι, είμαστε «παιδιά αυτού του αιώνα, παιδιά της αμφιβολίαςκαι της αμφισβήτησης και θα παραμείνουμε έτσι μέχρι το τέλος της ζωής μας».

11. Τέλος, α. το παρόν κείμενο δεν διεκδικεί ούτε αυθεντία ούτε το αλάθητο ούτε την πλήρη κάλυψη του θέματος. Για την ακρίβεια ο τίτλος της εργασίας έπρεπε να είναι «απόπειρα προσέγγισης στο ζήτημα του ε.π.ε.» και β. για όσους αναγνώστες αισθανθούν ότι σε πολλά σημεία του κειμένου δεν υφίσταται η απαραίτητη, (για επιστημονικό κείμενο), τυπική νομική νηφαλιότητα, λεκτέα τα εξής:μια αναλόγου είδους και ύφους νηφαλιότητα, αν αναλογισθούμε την πραγματικότητα την οποία όλοι βιώνουμε καθημερινά, συνιστά συνενοχή.Ο νομικός δεν μπορεί, (και δεν πρέπει), να αποδεχθεί τον ρόλο ενός τυπικού, ευγενικού, (και συνεπώς περιθωριακού), παρατηρητή της πραγματικότητας, ο οποίος περιορίζεται σε μια «ξερή» παράθεση επιχειρημάτων νομικής υφής. Οφείλει να «συμμετέχει» δυναμικά, (προβολή έντονης αντίθεσης, διεκδίκηση θέσης, διατύπωση άποψης, και, γιατί όχι, ακτιβιστική δράση),για την επίλυση των προβλημάτων, και αυτή η «συμμετοχή» του, με τη σειρά της, δεν μπορεί να στηριχθεί σε εφησυχασμένη, (άρα συμπλέουσα με το εκάστοτε «σύστημα»), γραφίδα.