ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ

«Αι γυναίκες ως δικηγόροι»

Αναδημοσίευσις εκ του κα’ τόμου της «Εφημερίδος της ελληνικής και γαλλικής νομολογίας»

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ

ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ 1901

 

ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

«…et ratio quidem prohibenti, ne coutra pudicitiam sexi congruentem alienis causis se immisceant, ne virtilibus officiis fungantur mulieres»

Ουλπιανός (ν. 1 §5 Πανδ. [3.1])

 

Ο αρτίως εν Γαλλία ψηφισθείς νόμος, δι’ ου επετράπη και εις τας γυναίκας το δικηγορείν, έφερεν εκ νέου εις συζήτησιν εν τμήμα του αιωνίου ζητήματος της άνευ ορίων γυναικείας χειραφετήσεως. Δεν προτίθεμαι να εξετάσω αυτό από θεωρητικής, φιλοσοφικής και κοινωνικής απόψεως, αλλά μόνον από ιστορικής, μάλλον δε υπό την της συγκριτικής ή της αλλοδαπής νομοθεσίας. Ουχ ήττον δεν θεωρώ από σκοπού να προτάξω απεριφράστως την εμήν γνώμην.

Χωρίς να είμαι θιασώτης της αχαλινώτου και απολύτου ανδροποιήσεως των γυναικών, ουδέποτε επεκρότησα ούτε την προ της εν Αθήναις αφίξεως της Ασπασίας ταπεινήν των Ατθίδων κατάστασιν, ούτε την εν τοις χαρεμίοις θέσιν, ην ο Μωάμεθ ώρισε διά τας Οθωμανίδας. Μεταξύ όμως των δύο υπερβολών υπάρχει και ο μέσος όρος, αυτόν δε, νομίζω, επιβάλλει η κανονική της ανθρωπίνης προόδου εξέλιξις. Ούτως ή άλλως πιστεύω ότι το άρρεν φύλον δεν έχει ανάγκην της επιστρατεύσεως του ωραίου και κατά την ενάσκησιν του δικηγορικού επαγγέλματος.

§1. Ορθώς άπαντες οι αρχαίοι λαοί, επίσης οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, δεν εχορήγησαν ταις γυναιξί τοιούτο δικαίωμα, διότι, ως και ο Dupin aine γράφει, ενόμιζον ότι τούτο ήτο ασυμβίβαστον προς την εις το φύλον των αρμόζουσαν αιδημοσύνην. Αι Ρωμαίοι όμως δέσποιναι, προϊόντος του χρόνου, κατέκτησαν το δικαίωμα του δικηγορείν, τα χρονικά δε των ρωμαϊκών δικαστηρίων μνημονεύουσι μετ’ εγκωμίων την δικηγορικήν ικανότητα της Αμασίας και της Ορτενσίας.

Αλλ’ η κατάχρησις τοιαύτης αδείας και τα δυσάρεστα αποτελέσματα, καταδειχθέντα κατά την ενάσκησιν υπό της δικηγόρου Καρφανίας κατά το έτος 40 π.Χ., επέβαλον την απαγόρευσιν, «Κατά πρώτον δ’ εισήχθη – λέγει ο Ουλπιανός (ν. 1 §5 Πανδ. [3.1.]) – από τινος Καρφανίας, γυναικός αναιδεστάτης, ήτις αναισχύντως διχολογούσα και τον άρχοντα ανησυχούσα έδωκεν αφορμήν εις το διάταγμα».

Και αύτη μεν είναι η αφορμή του νόμου (occasion legis), η προκαλέσασα την εισαγωγήν της έκτοτε απαγορευτικής και μέχρι σήμερον ισχυούσης διατάξεως ιστορική αιτία. Ο δε νομοθετικός λόγος (ratio legis) ήτοι ο σκοπός του νομοθέτου είναι, κατά τον αυτόν νομοδιδάσκαλον (ν. 1 §5 Πανδ. [3.1]), ίνα αι γυναίκες μη αναμιγνύωσιν εαυτάς εις αλλοτρίας υποθέσεις εναντίον της εις το φύλον αρμοζούσης αιδημοσύνης, εν γένει δε να μην ασκώσιν ανδρικάς λειτουργίας. Η απαγόρευσις μάλιστα επεξετάθη – ως απήντησεν ο Ουλπιανίς (ν. 1 §6 Πανδ. [3.1.]) – και επί εκείνων, οίτινες επί του ιδίου σώματος τα των γυναικών έπαθον!

Και διά πολλών άλλων ρητών και σαφών διατάξεων (ν. 54 Πανδ. [3.3] – ν. 2 Πανδ. [50.17] – ν. 18 κώδ. [2.12] – ν. 11 §1 κώδ. [2.7]. - §11 εισηγ. [4.13]) οι νόμοι ηρνήθησαν ταις γυναιξί το δικηγορείν. Εξαίρεσις της απαγορεύσεως καθιερώθη προς υπεράσπισιν γονέων, αδυνατούντων, ένεκα νόσου ή ηλικίας, και στερουμένων ανδρός προς τούτο (ν. 41 Πανδ. [3.3]).

§2. Κατά το κανονικόν δίκαιον εξηκολούθησεν η απαγόρευσις̇ αλλά κατά το αρχαιότερον γαλλικόν δίκαιον εκυμαίνετο η νομολογία μεταξύ των δύο γνωμών. Ο παρλαμέντον του Μετζ διά της από 29 Ιανουαρίου 1697 αποφάσεώς του ανεγνώρισεν εις τας γυναίκας το δικαίωμα του δικηγορείν. Αλλ’ εν τω νεωτέρω δικαίω επεκράτησαν αι του ρ. δ. διατάξεις. Ο νόμος της 22 ventose an XII (άρθρ. 31) προνοεί περί των δυναμένων μετά ορκωμοσίαν να ενασκήσωσι το δικηγορικόν επάγγελμα, άνευ όμως ρητής απαγορεύσεως ως προς τας γυναίκας. Αι αυταί περίπου διατάξεις εισήχθησαν εν Βελγίω, εν Ιταλία και εν Ελλάδι (Οργαν. Δικαστηρίων άρθρ. 131 και επ.).

Η τοιαύτη του νόμου σιγή ενεθάρρυνε κατ’ αρχάς μίαν Ιταλίδα, την Λυδίαν Ποέτ, ήτις ανεγνωρίσθη μεν ως δικηγόρος υπό του δικηγορικού συλλόγου, αλλ’ ουχί υπό του εφετείου και υπό του ακυρωτικού. Επίσης και Βελγίδα τινά, την δεσποινίδα Μαρίαν Ποπελέν, ήτις, μετ’ απόκτησιν πτυχίου της νομικής σχολής, προσήλθεν, όπως δώση τον νενομισμένον όρκον̇ αλλά το εφετείον των Βρυξελλών, διά της από 12 Δεκεμβρίου 1888 αποφάσεώς του, δεν επέτρεψε τούτο. Ουδέ η αποτυχία αύτη απεθάρρυνε την επιστρατείαν των υποψηφίων γυναικοδικηγόρων. Και εν Γαλλία επανελείφθη το πείραμα. Η δεσποινίς Ιωάννα Σωβέν διά της από 24 Νοεμβρίου 1897 αιτήσεώς της, γεγραμμένης καθ’ όλους τους κανόνας της ρητορικής, εζήτησεν όπως δώση τον όρκον του δικηγόρου. Ο εισαγγελεύς κ. Βερτράν αντέστη, η δε αιτούσα διά μακρών και ευγλώττως αντέκρουσεν αυτόν. Αλλά το εφετείον των Παρισίων διά της από 30 Νοεμβρίου 1897 αποφάσεώς του απήντησεν, ότι και κατά τα εν Γαλλία ισχύοντα είναι απαράδεκτος η γυνή, όπως λάβη τον όρκον του δικηγόρου, επίσης όπως ενασκήση το δικηγορικό επάγγελμα.

§3. Ο Νέος Κόσμος είχεν ήδη από του έτους 1869 ανοίξη τας πύλας των κατωτέρων δικαστηρίων εις τας γυναικοδικηγόρους, ο δε ν. της 15 Φεβρουαρίου 1879 επέτρεψε μετά τριετή ευδόκιμον δικηγορικήν υπηρεσίαν το δικηγορείν και ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών. Εις Μασαχουσέτην διά του ν. 10 Απριλίου 1882 επετράπη ταις γυναιξί και το επάγγελμα του attorney at law, αντιστοιχούν προς το του avoe των Γάλλων. Και εν Ρωσσία δε, ένθα διά του ν. της 20 Νοεμβρίου 1864 λειτουργούσι δύο κατηγορίαι δικηγόρων, των ορκιζομένων και μη, επετράπη διά του από 7 Ιανουαρίου 1876 νόμου το δικηγορικόν επάγγελμα ταις γυναιξί, ταις κατατασσομέναις εις την τάξιν των μη ορκιζοομένων δικηγόρων, οίτινες αναλογούσι προς τους παρ’ ημίων δικολάβους. Εις το ελβετικόν καντόνιον της Ζυρίχης ο νόμος της 3ης Ιουλίου 1898 επέτρεψε την άδειαν του δικηγορείν μετά εξετάσεις εις τους έχοντας την ελβετικήν ιθαγένειαν αδιακρίτως φύλου˙ αλλ’ ως προς τας εγγάμους απαιτείται η συζυγική έγκρισις. Το δικαίωμα του δικηγορείν εχορηγήθη επίσης εις Νορβηγίαν και εις Σουηδίαν. Εις Ρωμανίαν δε το εφετείον Βουκουρεστίου εδέχθη προς δικηγορικήν ορκωμοσίαν μίαν γυναίκα.

§4. Τα τρόπαια ταύτα των εν άλλοις κράτεσι γυναικών δεν αφήκαν τας Γαλάτιδας να κοιμώνται ήσυχοι. Εκστρατεύσασαι δε και προς άγραν υποστηρικτών εν αυτώ τω γαλλικώ κοινοβουλίω, εκυρίευσαν τα εύγλωττα στόματα των κυριών L. Bourgeois, Leveille, Deschanel και Poincare, οίτινες υπέβαλλον την προς τούτο πρότασιν τον Μάρτιον του 1898. Ομοίαν επανέλαβε και ο κ. Viviani μετ’ άλλων βουλευτών την 21 Νοεμβρίου 1898. Κηρυχθείσης ταύτης κατεπειγούσης, ο κ. Viviani υπέβαλεν υπόμνημα. Εν τω υπερβολικώ μάλλον ζήλω αυτού ενόμισεν μεν, ότι ευλόγως θα ηδύνατο να υποστηριχθή ότι και εκ της ερμηνείας των εν ισχύι νόμων ηδύνατο ν’ αναγνωρισθή το τοιούτο δικαίωμα, υπεστήριξεν όμως, ότι προτιμώτερον ήτο να κυρωθή τούτο διά της ψηφίσεως ειδικού νόμου, ισχύοντος εν τω μέλλοντι, προς αποφυγήν πάσης αμφιβολίας.

Εν τη εξελεγξάση το νομοσχέδιον επιτροπή ανεφύη το ζήτημα, εάν απαιτήται η αναγραφή ειδικής διατάξεως περί συζυγικής αδείας ως προς τας εγγάμους˙ απεφασίσθη όπως ν’ αφεθή η ερμηνεία τούτου εις τα δικαστήρια επί τη βάσει των ισχυόντων νόμων. Αλλά ρητώς απηγορεύθη η αναπλήρωσις οιωνδήποτε άλλων δημοσίων θέσεων – δικαστών, εισαγγελέων, αντιεισαγγελέων – υπό των δικηγόρων – γυναικών.

Κατά την βραχείαν συζήτησιν το νομοσχέδιον επολεμήθη υπό δύο μόνον βουλευτών, του κ. Massabuau και του κόμητος du Perrier de Larsan, οίτινες υπεστήριξαν το ασυμβίβαστον τοιούτου επαγγέλματος εις την εν τη κοινωνία αποστολήν της γυναικός, εις τα καθήκοντα αυτής ως μητρός και ως συζύγου, και το ασύμφορον αυτού εν τη κοινωνία. Αλλά μόνον 174 βουλευταί εψήφισαν κατά του νομοσχεδίου, όπερ εκυρώθη διά της ψήφου 319 άλλων βουλευτών, οίτινες μάλλον par galanterie, ως υποθέτω, προς τας χαριτολόγους Γαλλίδας ήνοιξαν αυταίς τας πύλας των δικαστικών μεγάρων, εις ας όμως δεν ενεπιστεύθησαν και το έργον του εισαγγελέως ουδέ του κριτού. Διά τι άραγε; Μη διότι, αναγνωρίσαντες ότι αι συμπολίτιδές των, ούσαι λάλοι, έχουσι μεν φωνήν και δη αργυρόηχον, στερούνται όμως κρίσεως; Ίσως!...

Εν τη γερουσία, γενομένης συζητήσεως, επί τη εισηγήσει του κ. Tillaye και μετά αντίστασιν του κ. Gourju, προς ον απήντησεν ο επί της δικαιοσύνης υπουργός κ. Monis, 172 γερουσιασταί εψηφοφόρησαν υπέρ του νομοσχεδίου απαραλλάκτου, 34 δε κατ’ αυτού. Το ψηφισθέν κείμενον έχει ως ακολούθως:

«Άρθρον μοναδικόν. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου αι γυναίκες, αι έχουσαι δίπλωμα προλύτου της νομικής σχολής, εισί δεκταί προς ορκωμοσίαν, προβλεπομένην υπό του άρθρου 31 του ν. της 22 ανεμώδους έτους 12ου δημοκρατίας, εάν θέλωσι ν’ αποκτήσωσι την άδειαν του δικηγορείν και να ενασκήσωσι το επάγγελμα του δικηγόρου υπό τους όρους της δοκιμασίας, της πειθαρχίας και απασών των υποχρεώσεων, των υπό των εν ισχύι νόμων οριζομένων.

Τα άρθρα 30 του ν. της 22 ανεμώδους έτους 12 και 35 §3 του ψηφίσματος της 14 Δεκεμβρίου 1810, τα άρθρα 84, 118 και 468 άρθρα 84, 118 και 468 της πολιτικής δικονομίας δεν εφαρμόζονται εις τας γυναίκας, αίτινες επωφεληθήσονται εκ του νόμου τούτου».

Ο νόμος ούτος της 1ης Δεκεμβρίου 1900, κυρωθείς και δημοσιευθείς, ήρξατο ισχύων εν Γαλλία. Εν δε τω δικαστικώ μεγάρω των Παρισίων προ μηνών αντηχεί και η καλλικέλαδος φωνή γυναικοδικηγόρων, φαιδρύνουσα τας σοβαράς φυσιογνωμίας των τηβενοφόρων λειτουργών της Θέμιδος.

§5. Τα άλματα της γυναικείας χειραφετήσεως και εν Ελλάδι είναι τοιαύτα ώστε απίθανον δεν είναι να εμφανισθή εν προσεχεί μέλλοντι και Ελληνίς τις τολμηρά ενώπιον πρωτοδικείου, ίνα δώση τον δικηγορικόν όρκον προς συμπλήρωσιν των κενών στελεχών … της δικηγοροπλημμύρας!

Καίτοι διατρέχω τον κίνδυνον να κακολογηθώ, ότι εξ εγωϊσμού ή εξ αντιζηλίας ή εκ συμφέροντος συνήγορος των αρσενικών δικηγόρων – ως φοβουμένων δεινάς ήτας εν απωτέρω μέλλοντι εκ της επιδρομής των γυναικοδικηγόρων – λαμβάνω πολύ προώρως τα μέτρα μου, ουχ ήττον χάριν της ακεραίας του ζητήματος εξετάσεως οφείλω να μη παραλείψω και ότι παρ’ ημίν η περί του δικηγορικού επαγγέλματος νομοθεσία εν τω δικαστικώ οργανισμώ (άρθρ. 131 και επ.), σχεδόν απαράλλακτος, ως προς τούτο, προς τα εν Βελγίω και Ιταλία ισχύοντα, συμπληρουμένη εν τοις κενοίς και υπό των πηγών του ρωμαϊκού και του βυζαντινού δικαίου (ανωτέρω §1) εν μέτρω αναλόγω, άγει εις το συμπέρασμα, ότι αι Ελληνίδες δεν είναι δεκταί εις ορκωμοσίαν δικηγορικήν ουδέ εις την του δικηγορικού επαγγέλματος ενάσκησιν.

Το συμπέρασμα τούτο ενισχύει έτι μέλλον το άρθρον 6 του νόμου ΧΞΣΤ’ της 31 Δεκεμβρίου 1877 περί προσόντων των δικαστικών υπαλλήλων, ως μάλιστα ετροποποιήθη διά των μεταγενεστέρων νόμων και ιδίως του νόμου, ΒΡΠΘ’ της 20-24 Απριλίου 1893, όπερ προνοεί περί βεβαιώσεως της ηλικίας και διά του μητρώου των αρρένων, αφού εισέτι δεν στρατολογούνται ούτε αι Σουλιώτισαι, ούτε αι Σπαρτιάτιδες.

Οιαδήποτε όμως και αν εδίδετο υπό δικανικήν ή και υπό νομοθετικήν έποψιν λύσις, από φιλοσοφικής απόψεως δεν φαίνονται να υπάρχωσιν επιχειρήματα σπουδαία και πειστικά προς αντίθετον εις τα κρατούντα λύσιν. Ομολογουμένως δε και σήμερον είναι περίπου ακριβές ό,τι προ δέκα εννέα περίπου αιώνων εδίδαξεν ο Ξενοφών εις τον Οικονομικόν του. Διότι ο θεός προδήλως παρεσκεύασε την μεν φύσιν της γυναικός «επί τα ένδον έργα και επιμελημένα, την δε του ανδρός επί τα έξω».

Ο κανών ούτος, απολύτως εφαρμοζόμενος, δεν συμβιβάζεται πλέον μετά της νέας τάξεως των πραγμάτων. Συνομολογώ ότι η κοινωνία αθορύβως ηνίχθη εξαιρέσεις τινάς επιβληθείσας κατά την εξέλιξιν του νεωτέρου βίου αλλ’ εξαιρέσεις λογικάς ως π.χ. διά της καλλιτέχνιδας, τας εμπόρους, τας βιομηχάνους και τας ιατρούς, ανυπόπτως εισερχομένας και εις αυτάς τας οθωμανικάς γυναικωνίτιδας.

Η εμφάνισις όμως γυναικοδικηγόρων και γυναικοεκλογέων και γυναικοβουλευτών θα προήγγειλε την εκ νέου ανοικοδόμησιν του πύργου της Βαβέλ. «Τη μεν γαρ γυναικί κάλλιον ένδον μένειν ή θυραυλείν, τω δε ανδρί αίσχιον ένδον μένειν ή των έξω επιμελείσθαι».

Εν Αθήναις τη 30 Σεπτεμβρίου 1901

Γ. Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ