ΑΠΛΩΣ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ

Παρατηρώ στωϊκά, (αν και έμπλεος οργής και αγανάκτησης), την τελευταία 20ετία τα διαδραματιζόμενα στους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας. Προφανώς το γεγονός ότι ο Δικηγόρος :

α. είναι συμπράττων λειτουργός της Δικαιοσύνης και άμισθος Δημόσιος Υπάλληλος,

β. είναι επιστήμων, (και όπως θρυλείται μέλος του επονομαζόμενου πρώτου επιστημονικού κλάδου της χώρας), θεράπων μιας βαθειά ανθρωπιστικής και κοινωνικής επιστήμης, υπερασπιστής κάθε αδικημένου έναντι της όποιας αυθαιρεσίας ή κάθε καταχρηστικώς ασκούμενης εξουσίας και κατ΄ εξοχήν «πολιτικό» όν,

γ. αυθύπαρκτη προσωπικότητα, μη δυνάμενη να προσφέρει καν υπηρεσίες εξαρτημένης εργασίας, και ως εκ τούτου ανήκει στον χώρο των ελευθέρων επαγγελματιών,

είτε δεν αποτελούν κοινό τόπο και κοινή παραδοχή είτε σκοπίμως παρακάμπτονται είτε αποτελούν έπεα πτερόεντα.

Δεν εξηγείται διαφορετικά το γεγονός ότι η μη συμμετοχή στις κατά καιρούς αποφασισθείσες αποχές επισύρει τον κίνδυνο της πειθαρχικής τιμωρίας. Ουσιαστικά δηλ. με βίαιο τρόπο και εκ των άνωθεν επιχειρείται η απόσπαση μιας εξωτερικά σύμφωνης στάσης και του τελευταίου Δικηγόρου της χώρας, (ανεξάρτητα της όποιας ειδικότερης προσωπικής άποψης του).

Η ερώτηση απλή όπως και η απάντηση : αν μια ανάλογη στάση, (αναγορευθείσα σε παράδειγμα), εισάγονταν ως υπόθεση εργασίας σε πανεπιστημιακό σεμινάριο, τι σχόλια θα μπορούσε να προκαλέσει; Δυο και προφανή. Πρώτον ότι πρόκειται περί συμπεριφοράς η οποία αναπτύσσεται σε πλαίσιο μη δημοκρατικής Πολιτείας και δεύτερον ότι συνιστά απαράδεκτο περιορισμό όχι απλώς της ελευθερίας βούλησης αλλά αυτής της ίδιας της ελευθερίας έκφρασης ενός προσώπου.

Προφανώς έχει διαφύγει ότι η απόφαση της γενικής συνέλευσης ενός κλάδου εργαζομένων δεν εξομοιούται με νόμο, δεν παράγει, τυπική ή ουσιαστική, δεσμευτικότητα και προπαντός απαιτεί την εθελούσια, αυτόβουλη ηθική και πολιτική στήριξη και του τελευταίου μέλους. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρόκειται περί εκ των άνωθεν επιβολής, πράξης ευθέως και καταφανέστατα αντιδημοκρατικής. Όταν κάτι ανάλογο λάμβανε χώρα πχ. στην περίοδο της χούντας ήταν πράξη φασιστική, η οποία έπρεπε να αποκρουσθεί, ενώ αν συμβαίνει σε παρόντα χρόνο περιάπτεται τον μανδύα της δημοκρατικότητας; Η δογματική ασυνέπεια προφανής.

Η συμμετοχή, συνεπώς, σε απεργία, (αυτός είναι τελικά –δυστυχώς- ο δόκιμος όρος αφού αυτός έχει καθιερωθεί στις καθ΄ ημέραν συναλλαγές), συνιστά δικαίωμα και όχι υποχρέωση. Κάθε Δικηγόρος δικαιούται αλλά και υποχρεούται με ελεύθερη σκέψη να αποφασίσει, κατά συνείδηση, αν θα συμμετάσχει σε προκηρυχθείσα απεργία. Αν η τελευταία ήταν αποχή εκ καθηκόντων τότε δεν νοείται, σε αντίστροφη λογική πορεία, η εξαναγκαστή συμμετοχή σε εκτέλεση ή μη ενός καθήκοντος.

Τι είδους επιστήμων ή ελεύθερος επαγγελματίας ή λειτουργός της Δικαιοσύνης μπορεί να χαρακτηρισθεί ένας Δικηγόρος καθόν χρόνον, και ενώ διαφωνεί με την όποια απόφαση μιας γενικής συνέλευσης του κλάδου του, αδυνατεί να εκφράσει την άποψη του και τη διαφωνία του, αδυνατεί να υπερασπιστεί, (υπό καθεστώς Δημοκρατίας), την εσώτερη συνειδησιακή του άποψη, υιοθετώντας την εκάστοτε ανάλογη στάση; Λογική προβάτου και είλωτα είναι ασυμβίβαστες με τον ρόλο του Δικηγόρου.

Και γιατί να υπόκειται ένας Δικηγόρος σε επιτροπές χορήγησης αδειών, (τακτική η οποία παραπέμπει σε περιόδους πολιτικής εκτροπής), καθόν χρόνον βρίσκεται προ σημαντικότατων διλημμάτων, (πραγματικής σύγκρουσης καθηκόντων), ήτοι της αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του και της αρωγής του στον εντολέα του;

Ποιος πχ. αποφασίζει αν ένας κατηγορούμενος θα αναβάλλει τη δίκη του παραμένων σε ομηρία, (ή σε επαγγελματική, κοινωνική και οικογενειακή «διαθεσιμότητα») έναντι μιας, συχνά, θολής, νεφελώδους προοπτικής, (κινούμενης, τις περισσότερες, φορές, σε θεωρητικό επίπεδο), απεργιακής στόχευσης; Οι προς τον σκοπό τούτο συσταθείσες ειδικές επιτροπές κάθε Δικηγορικού Συλλόγου; Πόθεν αρύονται τον θεσμικό τους μανδύα;

Δεν απαιτείται και ιδιαίτερη επιστημονική κατάρτιση για την απόδειξη του νομικώς, (παρακάμπτεται το ηθικώς), αβασίμου της ως άνω ρητορικής διατύπωσης. Ούτε η προσφυγή στις Συνταγματικές διατάξεις ή σ΄ αυτές της ΕΣΔΑ είναι αναγκαία για την απόδειξη του αυτονόητου, (και παράνομου μιας ανάλογης τακτικής).

Και μόνον να παραγραφεί, (ως συνέπεια απεργίας), μια ποινική υπόθεση, (όπως συχνά συμβαίνει), με συνέπεια τον εσαεί στιγματισμό ενός, φυσικού, προσώπου, αρκεί για τη μη δικαίωση της σχετικής απόφασης περί απεργίας. Άλλωστε οι απεργίες δεν δικαιώνονται ούτε στα συνδικαλιστικά έδρανα, (πολλώ δε μάλλον αν σ΄ αυτά τυγχάνει να υφέρπει οσμή κομματικής, συντεχνιακής ή άλλου είδους σκοπιμότητας), ούτε στις ανακοινώσεις περί κήρυξης τους ούτε στις αποφάσεις των επιτροπών εξέτασης αιτήσεων αδειών ούτε στην εκβιαστική συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων σ΄ αυτές.

Και επισημαίνεται η έννοια της κοινωνικής εκβίασης διότι με την απειλή της επιβολής πειθαρχικής ποινής αναγκάζεται ακόμη και ο διαφωνών Δικηγόρος να απεργεί. Τι είδους ηθικό έρεισμα διαθέτουν ανάλογες απεργίες; Και πως αυτός ο άμεσος, προκλητικός, (κατακριτέος από όλους), εξαναγκασμός συμμετοχής συνάδει με την επιστημονική, κοινωνική και λειτουργική ιδιότητα ενός Δικηγόρου;

Αν ο τελευταίος πεισθεί για την ανάγκη συμμετοχής του σε μια απεργιακή ή άλλου είδους κινητοποίηση θα συμμετάσχει και θα την στηρίξει. Αν όχι θα περιφέρεται στα πέριξ των Δικαστηρίων καφενεία, (όπως πράττουν πλείστοι όσοι, συχνά οι περισσότεροι συνάδελφοι και ήδη σχεδόν όλοι), μεμφόμενος συνδικαλιστικές ηγεσίες και ρυθμίσεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Έχει αναρωτηθεί το σώμα των Δικηγόρων γιατί στερείται της έξωθεν καλής μαρτυρίας; Έχει αναρωτηθεί το σώμα των Δικηγόρων γιατί ο μέσος πολίτης καταφέρεται, (δικαίως ή αδίκως), εναντίον του; Απασχόλησε ποτέ, σοβαρά και συστηματικά, το σώμα των Δικηγόρων η αναγκαία αυτό-κάθαρση; (όπως απαιτούμε –και ορθά- να πράξει η Δικαιοσύνη για τα του οίκου της). Το μείζον είναι η περιφρούρηση μιας απεργίας; Και τι σημαίνει περιφρούρηση; Η έκφραση δεν παραπέμπει σε περίκλειστο χώρο, (ή σε «μαντρί», όπως πάλαι ποτέ είχε διατυπωθεί από τα χείλη ενός πολιτικού); Όποιος δηλ. εξέρχεται από το «μαντρί» της απεργίας τον τρώει, όχι ο λύκος της εργοδοσίας, αλλά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι;

Τι είδους δε «άνοιγμα» του επαγγέλματος συντρέχει καθόν χρόνον ο διαφωνών Δικηγόρος σύρεται εκών-άκων σε συμμετοχή σε απεργία; Η απειλή άμεσης παρέμβασης στο εργασιακό δικαίωμα ενός εργαζόμενου, (όπως του Δικηγόρου), η οποία εξικνείται μέχρι την αφαίρεση της αδείας άσκησης του επαγγέλματος του, όχι εξ΄ αφορμής τέλεσης, ποινικού, αστικού ή πειθαρχικού αδικήματος, αποτελεί στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας;

Έτσι δομείται η δημοκρατία και δη από τους συμπράττοντες λειτουργούς της δικαιοσύνης; Η περιχαράκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων με την αναγόρευση της μη συμμετοχής σ΄ αυτές σε πειθαρχικό αδίκημα είναι Συνταγματικά αποδεκτή πράξη; Σίγουρα, πάντως, δεν είναι ηθική. Η προσωπικότητα ενός ελεύθερου ατόμου, και δη του Δικηγόρου, (με ότι ενσωματώνει ο αντίστοιχος ρόλος), δεν μπορεί να ανέχεται ανάλογες εξωτερικές παρεμβάσεις στη λογική της μακιαβελικής άποψης περί δικαίωσης των μέσων στο όραμα του εκάστοτε επιδιωκόμενου σκοπού.

Είναι αδιανόητο και θλιβερό φαινόμενο, το οποίο εκθέτει και ευτελίζει τον Δικηγόρο στα όμματα του εντολέως του, (με ότι αυτό συνεπάγεται για όλο το σώμα των Δικηγόρων), να απολογείται στον τελευταίο για τη μη προσφορά των υπηρεσιών του, ένεκα παλαιολιθικών ρυθμίσεων περί εξαναγκαστής συμμετοχής σε απεργίες.

Σκοπιμότητες στον χώρο της Δικαιοσύνης, (ανεξάρτητα της βασιμότητας ή μη των εκάστοτε αιτημάτων του κλάδου), υπονομεύουν ευθέως τα θεμέλια της ίδιας της Δημοκρατίας. Όσοι αποδέχονται ανάλογες ρυθμίσεις φίμωσης της φωνής των Δικηγόρων προφανώς είτε αγνοούν είτε παρακάμπτουν την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία εκφράζεται καθημερινά –αλλά δυστυχώς ανεπίσημα, υπό τον φόβο των Ιουδαίων- από το σύνολο των μάχιμων Δικηγόρων, σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης και συμμετοχής μιας απεργίας.

Αυτός είναι άλλωστε και ο ρόλος του συνδικαλισμού : να πείσει για την ορθότητα μιας απόφασης προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όταν δεν το κατορθώνει και επιχειρεί τη συσπείρωση μέσω εκφοβισμού και δη αναίρεσης της επαγγελματικής πορείας ενός προσώπου, τότε η εξομοίωση με αυταρχικές πρακτικές είναι πλήρης και απόλυτη.

Μπορεί ο προσφέρων εξαρτημένη εργασία να απέχει, (όταν αυτός κρίνει), της απεργίας του κλάδου του και δεν μπορεί ο ελεύθερος επαγγελματίας και επιστήμονας Δικηγόρος να πράξει το αυτό;

Ο Κώδικας Δεοντολογίας, θεωρεί τον Δικηγόρο μέρος του τρίπτυχου της λειτουργίας και της απονομής της Δικαιοσύνης, και του επιφυλάσσει ρόλο υπέρμαχου της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, υπερασπιστή του Συντάγματος και των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, αγωνιστή της ελευθερίας, υπερασπιστή της Δικαιοσύνης, πρόσωπο ενδιαφερόμενο για τα γενικότερα προβλήματα της χώρας, κλπ. Πως συμβιβάζονται όλα αυτά με την εξαναγκαστή συμμετοχή του Δικηγόρου σε αποχές και απεργίες;

Αν πράγματι ισχύουν όλα τα ως άνω τότε κάθε άλλη πρακτική βίαιης συμμόρφωσης με αποχές είναι κραυγαλέα ανήθικη και απόλυτα παράνομη. Τι σημαίνει δηλ. αίτηση χορήγησης αδείας; Ότι ο Δικηγόρος χρειάζεται έγγραφο πιστοποίησης των φρονημάτων του, με το οποίο δηλούται ότι συμμετέχει μεν στην αποχή αλλά για λόγους ανώτερης βίας αναγκάζεται να δικάσει; Στη βάση μιας δογματικής ενότητας διαφέρει το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από μια ανάλογη άδεια;

Ο υπογράφων δεν διεκδικεί ούτε το αλάθητο ούτε τη μια και μοναδική αλήθεια, και για τον λόγο αυτό αναμένει βάσιμο αντίλογο, (όχι αοριστολογίες, πολιτικής υφής). Μια άμεση έμπρακτη αλλαγή της ακολουθητέας τακτικής από τους Δικηγορικούς Συλλόγους και σε δεύτερη φάση η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου θα αποτελεί μια γενναία πράξη αναβάθμισης του Δικηγορικού λειτουργήματος.

Ως απλός, ταπεινός, μάχιμος Δικηγόρος απλώς ντρέπομαι και μόνον που υπάρχουν μηχανισμοί αναγκαστικής συμμετοχής σε αποχές, (ακόμη και για όσες έχω συμφωνήσει και έχω συμμετάσχει ή συμμετέχω οικειοθελώς). Το πνεύμα μου, τη συνείδηση μου και την άποψη μου πρέπει να αποσπάσει μια αποχή και όχι τη βίαιη συμμετοχή μου σ΄ αυτή. Μόνον η έμπρακτη τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ως αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης, δικαιώνει τις ρυθμίσεις του περιεχομένου του. Κάθε άλλη τακτική απλώς τις διασύρει και τις εκθέτει.

 

ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ Θ. ΚΟΝΤΑΞΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ, ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΝΟΜΙΚΗΣ

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ, Οκτώβριος 2011, σελ. 77)