ΣΥΛΛΟΓΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

 

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΕΚ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ Φ. ΚΑΡΑΜΠΙΝΗ ΚΑΙ Κ. ΒΑΦΑ. (Παρά τη οδώ Βύσση, αριθ. 301). 1854

 

Αριθ. 488

Της μαχαιροφορίας απαγόρευσις

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Κατά το έτος 1849 την εικοστή πέμπτην Απριλίου εν Αθήναις, Ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας των δήμων Αθηνών και Πειραιώς, πληροφορηθέντες, ότι τινές φέρουσι μεθ’ εαυτών μαχαίρια, λάζους, εγχειρίδια και άλλα τοιαύτου είδους κρυπτά όπλα, δι’ ων ευκόλως αικίζονται και φονεύονται άνθρωποι, προς αλλήλους ερίζοντες και θεωρούντες, ότι καθήκον της Διοικητικής Αστυνομίας είναι να προλαμβάνη πάσαν αφορμή επικινδύνων και άλλων αξιοποίνων πράξεων, συμφώνως με τους ορισμούς του άρθρου 41 του περί Δημοτικής Αστυνομίας Διατάγματος, συνδιαζομένου με την διάνοιαν του άρθρ. 6 του περί Διοικητικής Αστυνομίας Νόμου

Διατάσσομεν

Α. Απαγορεύεται προς πάντας ανεξαιρέτως τους τε κατοίκους και τους παρεπιδήμους εν ταις πόλεσιν Αθηνών και Πειραιώς να φέρωσιν επάνω των είτε κρυφά είτε φανερά, μαχαίρια, μαχαιρίδια, εγχειρίδια παντός είδους, λάζους και τα τοιούτου είδους εν γένει κρυπτά ή φανερά όπλα.

Β. Οι κρεουργοί κρεοπώλαι και πάντες οι ως εκ της εξασκήσεως του επιτηδεύματός των μαχαιροφορούντες είναι υπόχρεοι να καταθέτωσιν εις τα εργαστήριά των, τα κρεουργά μαχαίριά των, οσάκις δι’ άλλην οιανδήποτε εργασίαν των μακρύνωνται της θέσεως, όπου η εξάσκησις του επιτηδεύματός των τους αναγκάζει να φέρωσι τα μαχαίρια της κρεουργίας ή της άλλης εργασίας των.

Γ. Οι συνήθως μαχαιροφορούντες χωρικοί, ποιμένες και άλλοι τοιούτοι, οσάκις εισέρχονται εις την μίαν ή την άλλην πόλιν της δικαιοδοσίας μας, είναι υπόχρεοι να διευθύνωνται εις εν των ιδρυμένων καταστημάτων των υπαστυνόμων, διά να καταθέτωσι τα μαχαίριά των εκεί, όπουθεν θέλουν να λαμβάνει, όταν μετά το πέρας των εργασιών των απέρχωνται εις τα ίδια.

Οι υπαστυνόμοι είναι προσωπικώς υπεύθυνοι διά την απόδοσιν ή αποζημίωσιν παντός απολεσθέντος μαχαιρίου εκ των εις τα καταστήματά των παρακατατιθεμένων εκάστοτε ως ανωτέρω τοιούτων.

Δ. Οι παραβάται της παρούσης διατάξεως είναι καταδιωκτέοι κατά τους ορισμούς του άρθρου 622 του ποινικού νόμου, καθ’ ους και τα απηγορευμένα ταύτα όπλα δημεύονται, και οι φέροντες ταύτα καταδικάζονται εις κράτησιν μέχρις εξ εβδομάδων, ή με πρόστιμον 50 ή 200 δραχμών.

Ε. Η ακριβής εκτέλεσις της παρούσης ανατίθεται εις την βασιλικήν χωροφυλακήν και εις άπαντας τους υπαστυνόμους και τους κλητήρας της Διοικητικής Αστυνομίας εκάστη δε παράβασις θέλει ειδοποιείσθαι διά τακτικής εκθέσεως υπό των αρμοδίων υπαλλήλων ήτοι αξιωματικών ή υπαξιωματικών της χωροφυλακής και υπαστυνόμων.

ΣΤ. Η παρούσα διάταξις θέλει δημοσιευθή διά τυμπανοκρουσίας, και τοιχοκολληθή εις τα δημοσιώτερα μέρη αμφοτέρων των πόλεων.

Εν Αθήναις, την 23 Απριλίου 1849,

Ο Διευθυντής

Π. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ

 

 

Αριθ. 2046

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Κατά το έτος 1849 εν Αθήναις ημείς Διευθυντής της Διοκητικής Αστυνομίας των δήμων Αθηνών και Πειραιώς, θεωρούντες, ότι υπάρχουσι πολλά παράπονα εκ μέρους των κατοίκων κατά ασελγών γυναικών, σποράδην κατοικουσών, και θέαμα σκανδαλώδες εις τας πέριξ εντίμους οικογενείας γινομένων και ότι κοιναί γυναίκες (πόρναι) περιφέρονται ακωλύτους εις τους δημοσίους περιπάτους εν Αθήναις, ή διαμένουσι πέριξ τούτων ως λ.χ. εις τον Πειραιά.

Θεωρούντες, ότι πολλοί νέοι, δυνάμενοι να επιδοθώσιν εις βιομηχανικά επιτηδεύματα διά να πορίζονται εντίμως τα προς ζωάρκειαν, εξώκειλαν δυστυχώς εις την διαφθοράν επί τοσούτον, ώστε μετέρχονται και ως επιτήδευμα την προαγωγήν (μαστρωπείαν).

Θεωρούντες, ότι κατά τον περί επιτηδευμάτων νόμον δεν είναι συγκεχωρημένον εις την Ελλάδα κανέν εκ των επιτηδευμάτων εκείνων, τα οποία τείνουσιν εις την διαφθοράν των ηθών, ως το του προαγωγού.

Θεωρούντες, ότι άτομα διεφθαρμένα, αμφοτέρων των γενών, συνοικούσι παρανόμως προς κοινόν σκάνδαλον, ηνωμένα ως σύζυγοι μη υπάρχοντος γάμου και

Υπ’ όψιν έχοντες τους ορισμούς του άρθρ. 50 του περί Δημοτικής Αστυνομίας Διατάγματος και του άρθρ. 6 του περί Διοικητικής Αστυνομίας Νόμου.

Διατάττομεν.

Α) Αι κοιναί γυναίκες (πόρνες) δεν δύνανται του λοιπού να κατοικώσιν εις άλλα μέρη, παρά τα υπό της Αστυνομίας ως κατάλληλα θεωρηθέντα, και προς τούτο προσδιορισθέντα, ή προσδιοριζόμενα εκάστοτε δι’ ειδικών διαταγών της Διευθύνσεως προς τους Υπαστυνόμους.

Β) Απαγορεύεται εις άνδρας τε και γυναίκας να μετέρχωνται τον προαγωγόν (μαστρωπόν), και επιβάλλεται εις τους μέχρι τούθε ειθισμένους εις τον αισχρόν τούτον βίον το να επιδοθώσιν εις έργον τι εκ των εντίμως παρεχόντων τα προς το ζην αναγκαία.

Γ) Απαγορεύεται εις τας κοινάς γυναίκας να περιφέρωνται ή να διαμένωσιν εις τους τόπους των δημοσίων περιπάτων. Και δεν συγχωρείται εις κανένα να παρέχη προς ασέλγειαν τόπον διατριβής, ή να υποθάλπη αυτήν οπωσδήποτε.

Δ) Απαγορεύεται εις άτομα αμφοτέρων των γενών να συνοικώσιν ηνωμένα συζυγικώς, μη υπάρχοντος γάμου.

Οι παραβάται της παρούσης διατάξεως θέλουν καταδιώκεσθαι συμφώνως με τους ορισμούς των άρθρ. 658, 659, 660 και 661 του ποινικού νόμου, επί τη βάσει πρωτοκόλλου, συντακτέου υπό των αρμοδίων υπαστυνόμων.

Εν Αθήναις την 17 Αυγούστου 1849

Ο Διευθυντής

Π. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ

 

Αριθ. 3556

Περί καθαριότητος εν γένει

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Κατά το έτος 1849 Ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς πληροφορηθέντες, ότι εις πολλά μέρη των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς και εις τα πέριξ κατοικούμενα μέρη δεν διατηρείται η απαιτούμενη καθαριότης, καθότι άλλα μεν καθαρίζονται και αι ακαθαρσίαι μένουν συσσωρευμέναι επί πολύν χρόνον, άλλα δε δεν καθαρίζονται παντάπασιν.

Θεωρούντες, ότι εις την υγιεινήν των πόλεων ουδέν άλλο συμβάλλει μάλλον παρά την διατήρησιν της καθαριότητος καθ’ όλα τα μέρη των δημοσίων οδών και πανταχού των κατοικουμένων μερών, και ότι το εις το προκείμενον σκοπόν ασφαλέστερον μέσον συνίσταται εις τον κανονικώς και διαπεφροντισμένως ενεργούμενον καθ’ εκάστην καθαρισμόν.

Θεωρούντες, ότι εάν η καθαριότης των οδών εν γένει ενδιαφέρη κατά μείζονα λόγον αυτούς τους κατοίκους εκάστης πόλεως, έπεται, ότι αυτοί ούτοι πρωτίστως οφείλουν και να συνδράμωσιν, έκαστος το οικείον μέρος, εις την εκτέλεσιν παντός μέτρου, αφορώντος την υγιεινήν̇ και έχοντες υπ’ όψιν τας διατάξεις του άρθρου 54 του περί δημοτικής Αστυνομίας διατάγματος, συνδυαζομένας με το άρθρον 6 του περί Διοικητικής Αστυνομίας Νόμου.

Διατάσσομεν

1. Υποχρεούται έκαστος να καθαρίζη επιμελώς την περιφέρειαν της οικίας του, αποθήκης του, εργαστηρίου του, του κήπου του και άλλων τοιούτων μερών καθ’ εκάστην ημέραν, από μεν της α. Απριλίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου μεταξύ της 5 και 6 ώρας το πρωί, τον δε λοιπόν χρόνον του έτους μεταξύ της 6 και 7 π.μ.

2. Όλαι αι οδοί και πλατείαι θέλουν καθαρίζεσθαι δις της εβδομάδος κατά Τρίτην και Σάββατον, και θέλουν καταβρέχεσθαι το θέρος υπό των εργολάβων της καθαριότητος, κατά τας ενώπιον των δήμων υποχρεώσεών των.

3. Όλαι αι ακαθαρσίαι θέλουν συσσωρεύεσθαι εις μέρος κατάλληλον των μεν δημοσίων οδών παρά των επιφορτισμένων την καθαριότητα εκ μέρους των δήμων Αθηνών και Πειραιώς κατά τας υποχρεώσεις των, των δε ιδιωτικών οικιών και άλλων αποθηκών εν γένει, θέλουν συσσωρεύεσθαι και ενατοποτίθεται εις κοφφίνια τοποθετημένα επίτηδες εντός της περιοχής της οικοδομής υπό των κυρίων ή ενοικιαστών αυτών, διά να τας παραλαμβάνωσιν οι επί τούτω περιφερόμενοι εργάται της καθαριότητος, και τας μεταφέρωσιν εκτός των πόλεων εις τα επί τούτω προσδιορισμένα μέρη.

4. Απαγορεύεται το εις τας δημοσίους οδούς ρίψιμον ακαθαρσιών παντός είδους, και των συντριμμάτων οιουδήποτε σκεύους πηλίνου, υελίνου ή ξυλίνου, και η επισώρευσίς των εις την περιοχήν των γειτόνων. Απαγορεύεται προσέτι και εις τους μεταβατικούς μεταπράτας των κηπουρικών προϊόντων εν γένει, το να ρίπτωσιν εις τας δημοσίους οδούς τα των λαχανικών και οσπρίων, περιτά ή κατάλοιπα και οι μεν εργολάβοι των οικοδομών είναι υπόχρεοι να διατηρώσι την δημοσίαν οδόν εις διαρκή καθαριότητα εις τα πέριξ της ανεγειρομένης οικοδομής ή των πηγνυομένων παραπηγμάτων, οι δε μετακομίζοντες χώματα, άμμον, καθάρματα, λάσπην και τα παρόμοια, όσα δύνανται να ρυπάνωσι την δημοσίαν οδόν, χρεωστούν να φορτώνουν τα αμάξιά των με τρόπον, ώστε τίποτε να μη διαφεύγη και καταπίπτη και να αφαιρώσιν αμέσως παν ό,τι ήθελε πέσει επί της δημοσίας οδού, την οποίαν διέρχονται. Η αυτή υποχρέωσις επιβάλλεται και εις τους οδηγούς φορτηγών ζώων εν γένει, όταν τα υποζύγιά των διερχόμενα τας οδούς, ρύμας και πλατείας της πόλεως, ρυπαίνωσιν αυτάς διά κόπρου ή άλλης ρυπώδους ύλης.

5. Απαγορεύεται το ρίψιμον των ακαθαρσιών και παντός είδους δυσωδών υλών εις τα εντός των πόλεων μη κατωκημένα κτίρια ή ερείπια, τα οποία οι ιδιοκτήται υποχρεούται να περιφράξωσιν εις τα ηνεωγμένα μέρη, διά να εμποδίζηται η πρόχειρος εναποταμίευσις των ακαθαρσιών παντός είδους.

6. Απαγορεύεται η εις το εσωτερικόν των αυλών των οικιών συσσώρευσις των κόπρων ή άλλων ακαθάρτων υλών.

7. Απαγορεύεται η εις τας οδούς και εις τα κοινά μέρη των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς εκτέλεσις των αναγκών, ήτις θέλει γίνεσθαι του λοιπού εν τοις ανεγερθησομένοις δημοσίοις αποπάτοις.

8. Δεν επιτρέπεται το να έχωσι τα αναγκαία τας εκχοάς ουδέ την έξοδόν των προς την οδόν οι δε οικοδεσπόται υποχρεούνται να επιμελώνται τον καθαρισμόν των αποπάτων μετά την 10 ώραν της νυκτός.

9. Απαγορεύεται εις πάντα να γίνηται πρόξενος οιασδήποτε βλάβης εις την υπάρχουσαν ή την βελτιωθησομένην κατάστασιν των οχετών των ομβρίων υδάτων και των υδρορροών όστις δε ήθελεν επιφέρει οιανδόποτε βλάβην εις τα υδραγωγεία, ή τας βρύσεις, φρέατα ή οχετούς είτε άλλο τι εμπόδιον εις την ροήν του ύδατος, υποχρεούται εις την επισκευήν αυτών δι’ ιδίων του εξόδων, και εις ποινικήν καταδίωξιν.

10. Όστις ήθελε να γίνει παραίτιος βλάβης εις το λιθόστρωμα των οδών, και των υπονόμων, υποχρεούται εις την δι’ ιδίων αυτού εξόδων επισκευήν αυτών και εις ποινικήν καταδίωξιν.

11. Υποχρεούται οι ιδιοκτήται, οίτινες έχουσιν εντός των οικιών αυτών φρέατα, να καθαρίζωσιν αυτά και να τα έχωσι πάντοτε εις καλήν κατάστασιν.

12. Δεν επιτρέπεται το εκ των οικιών, αποθηκών, εργαστηρίων, και άλλων καταστημάτων εις τας οδούς ρίψιμον υδάτων ακαθάρτων εφ’ ω υποχρεούνται οι ιδιοκτήται αυτών να κατασκευάσωσιν υπονόμους, δι’ ων να διοχετεύωνται τα ακάθαρτα ταύτα ύδατα εις τον κοινόν υπόνομον. Απαγορεύεται επίσης το εις τας δημοσίας οδούς από των οικιών και αποθηκών τίναγμα παντός είδους τάπητος και άλλων τοιούτων πετασμάτων, ρυπαινόντων ή ενοχλούντων τους διαβάτας.

13. Τα κρεοπωλεία και ιχθυοπωλεία πρέπει να υπάρχωσιν αδιαλείπτως καθαρά, και να πλύνωνται δις της ημέρας με ύδωρ κατά πρωίαν και μεσημβρίαν.

14. Η ακριβής εκτέλεσις της παρούσης ανατίθεται προς την Β. χωροφυλακήν και προς άπαντας τους αστυνομικούς υπαλλήλους, οίτινες υποχρεούνται να πιστοποιώσι πάσαν παράβασιν διά πρωτοκόλλου.

15. Οι παραβάται θέλουν καταδιώκεσθαι εις το αρμόδιον δικαστήριον συμφώνως με τους ορισμούς των άρθρων 577, 580 και 697 του ποινικού Νόμου.

Η παρούσα θέλει δημοσιευθή εις πολυπληθέστερα μέρη των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς, και εις τα συνιστώντα τον δήμον Αθηναίων χωρία.

Εν Αθήναις την 20 Σεπτεμβρίου 1849

Ο Διευθυντής

Π. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ

 

 

Αριθ. 1719

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Κατά το έτος 1851 εν Αθήναις, ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας των Δήμων Αθηνών και Πειραιώς, έχοντες υπ’ όψιν τα άρθρα 1, 4, 5, 6, 9 και 10 του από 28 Μαρτίου 1834 Β. Διατάγματος περί νεκροταφειών, τα άρθρα 4, 6, 10, 11, 13, 14 και 15 του από 11 Ιουνίου 1835 Β. Διατάγματος περί νεκροσκοπίας, και τα άρθρα 20, 25 και 55 §α. του περί δημοτικής Αστυνομίας Διατάγματος, συνδυαζόμενα με το άρθρον 6 του περί συστάσεως της Διοικητικής Αστυνομίας Νόμου και

Θεωρούντες ότι ο Νόμος επιβάλλει εις την Αστυνομίαν το καθήκον του να επαγρυπνή εις την ακριβή εφαρμογή των περί ενταφιασμών και νεκροσκοπίας διατάξεων, χάριν της κοινής των πόλεων υγείας και προς τον σκοπόν της προλήψεως απευκταίων αποτελεσμάτων εξ απερισκέπτων ανθρώπων κατά το φαινόμενο νεκρών.

Διατάσσομεν

1. Απαγορεύεται ο ενταφιασμός των νεκρών εις τας εκκλησίας, εις άλλα καταστήματα, εις τα οποία εκκλησιάζονται προς λατρείαν του Θεού οι οπαδοί οποιασδήποτε θρησκείας, και εν γένει εις παν άλλο μέρος εκτός των ωρισμένων εις τα υπάρχοντα νεκροταφεία.

2. Δεν επιτρέπεται να κατασκευασθή άνευ της ιδιαιτέρας αδείας της Αστυνομίας, κατοικία ή πηγάδιον εις απόστασιν μικροτέραν των εκατόν μέτρων από τον περίβολον των νεκροταφείων.

3. Απαγορεύεται το άνοιγμα παλαιών τάφων προς νέαν χρήσιν, πριν ή γείνη η τελεία σήψις των εν αυτώ πτωμάτων.

4. Έκαστος τάφος πρέπει να έχη διά μεν τους ηλικιωμένους μήκος τουλάχιστον δύο μέτρων και πλάτος ενός μέτρου, διά δε τα παιδία μήκος ενός μέτρου και πλάτος ημίσεως μέτρου, γενικόν δε βάθος τουλάχιστον δύο μέτρων, και πρέπει να σκεπάζηται με γεώλοφον, εις ύψος τουλάχιστον ενός μέτρου, θέλουν δε απέχει απ’ αλλήλων οι τάφοι ήμισυ μέτρον.

5. Άμα φανή που θάνατος, οι συγγενείς του αποθανόντος, ή οι περί αυτόν, ή τέλος όστις πρώτος επέτυχε τον νεκρό κείμενον, υποχρεούνται να ζητήσωσιν αμέσως τον νεκροσκόπον, ή τουλάχιστον από πρωίας της επιούσης, εάν τύχη τότε νυξ, και τον ειδοποιήσωσι διά να παρατηρήση ακριβώς τον νεκρόν. Εις περιστάσεις κατεπειγούσης ανάγκης ή αμφιβολίας, δηλαδή εις περίστασιν αιφνιδίου ή βιαίου θανάτου και εξ απλής μόνον υποψίας ή θανάτου γυναικός εγκύου εις τους τελευταίους τέσσαρας μήνας της κυοφορίας, πρέπει να ειδοποιήται αμέσως ο νεκροσκόπος και εν καιρώ νυκτός.

6. Απαγορεύεται αυστηρώς η μετακίνησις ή μετακομιδή του νεκρού από της κλίνης ή του τόπου όπου ευρέθη, η μεταβολή της θέσεως ην κατείχεν, η έμφραξις του στόματος ή των ρωθώνων και το σκέπασμα του προσώπου πριν ή εμφανισθή ο νεκροσκόπος.

7. Δεν επιτρέπεται ο ενταφιασμός των νεκρών άνευ αδείας της Αστυνομίας κατά προηγούμενην γνωμοδότησιν του νεκροσκόπου, και πριν ή παρέλθωσιν από μεν του Νοεμβρίου μέχρι του Απριλίου τριάκοντα ώραι, από δε του Μαΐου μέχρι του Οκτωβρίου εικοσιτέσσαρες ώρες από της τελευταίας πνοής του αποβιώσαντος.

Μόνον κατά τας περιστάσεις, καθ’ ας λοιμώδης ασθένεια, ή η αναφαινομένη σήψις του πτώματος απαιτεί εξ ανάγκης να επιταχυνθή ο ενταφιασμός, επιτρέπεται ούτος και προ της παρελεύσεως των ανωτέρω προθεσμιών.

8. Η διατομή των πτωμάτων των νεκρών δεν επιτρέπεται, ειμή μετά παρέλευσιν εικοσιτεσσάρων ωρών από της αποβιώσεως, και όταν ο θάνατος ήναι αποδεδειγμένος αληθής, ή όταν τα αίτια του θανάτου υπάρχωσι γνωστά.

9. Ο νεκροσκόπος, ως εκ του καθηκόντος του, οφείλει να παραγγείλη εις τους συγγενείς του νεκρού, ή απλώς εις τους περί αυτόν τον δέοντα περί της προς τον νεκρόν επιμελείας και ιδίως περί της ταφής. Ούτοι δε οφείλουσι να υπακούσωσιν εις όλας του νεκροσκόπου τας παραγγελίας.

10. Δεν επιτρέπεται η εναπόθεσις των νεκρών εις το νεκροταφείον προ της επισκέψεως του νεκροσκόπου.

Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων θέλει καταδιώκεσθαι κατά τους ορισμούς των άρθρων 302, 644, 646, 647 και 697 του Ποινικού Νόμου επί τη βάσει πρωτοκόλλου κατά τους νομίμους τύπους συντακτέου.

Η ακριβής εφαρμογή της παρούσης ανατίθεται εις την επαγρύπνησιν των υπαστυνόμων, της χωροφυλακής και των λοιπών αστυνομικών οργάνων.

Εν Αθήναις, την 14 Ιουνίου 1851

Ο Διευθυντής

Π. ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ

 

Περί των μετεμφιαζομένων κατά τας αποκρέω.

Αριθμ. 1195

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Κατά το έτος 1853 την 10 Φεβρουαρίου ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς, έχοντες υπ’ όψιν το επικρατούν έθος της μετά προσωπείων μετεμφιέσεως κατά τας ημέρας της αποκρέω, και προθέμενοι να προλάβωμεν τα εντεύθεν ενδεχόμενα ατοπήματα, ή δυστυχήματα, να διαγράψωμεν δε κατά το καθήκον μας τάξιν επί της εξασκήσεως του έθους τούτου του λαού.

Ίδοντες τα άρθρα 20, 32, 42 και 50 του από 3 Δεκεμβρίου 1836 περί δημοτικής Αστυνομίας Β. Διατάγματος και το άρθρ. 6 του ΡΚΣΤ, περί συστάσεως της Διοικητικής Αστυνομίας Νόμου.

Διατάσσομεν

Οι εξερχόμενοι εις την πόλιν μετεμφιεσμένοι καθ’ όλον το διάστημα των αποκρέω υποχρεούνται.

Α. Να μην εισέρχωνται χωρίς την άδεια του οικοδεσπότου εις οικίαν φέροντες προσωπεία, ή άλλως πως έχοντες το πρόσωπον παραμορφωμένον.

Β. Να μη φέρωσιν εφ’ εαυτών, ή κρατώσι ρόπαλα ή όπλα παντός είδους, ή πλαστά τοιαύτα, δυνάμενα να φέρουν δυστυχήματα εκ της κακής χρήσεώς των.

Γ. Να μη κάμνουν χρήσιν παραστάσεων ή εκφράσεων προσβαλλουσών καθ’ οιονδήποτε τρόπον την κοσμιότητα και τα ήθη και διαταραττουσών την δημοσίαν τάξιν.

Δ. Να μη φέρουν ουδέν σημείον, ή ένδυμα δημοσίου υπαλλήλου, ή τοιούτον εκκλησιαστικόν, ανήκον εις τας νομίμως ανεγνωρισμένας εν Ελλάδι θρησκείας.

Ε. Να μην ρίπτωσιν εις αμάξας, οικίας και εις ανθρώπους αντικείμενα δυνάμενα να προξενήσουν πληγάς, ζημίας και κηλίδας εις ενδύματα.

Στ. Να μη περιφέρωνται εις την πόλιν νυκτός με προσωπεία ή άλλως πως έχοντες παραμορφωμένον πρόσωπον, ή συνοδευόμενοι από μουσικά οιαδήποτε όργανα παιανίζοντα καθ’ οδόν.

Η. Να μη φέρουν προσωπεία, ή άλλως πώς να μην έχουν το πρόσωπον παραμορφωμένον κατά την γενομένην περί τας στήλας του Ολυμπίου Διός κατ’ έθος ευθυμίαν των πολιτών, ή εις άλλο μέρος την πρώτην ημέραν της τεσσαρακοστής ήτοι την καθαράν δευτέραν.

Η παρούσα διάταξη αφορά αμφοτέρας τας πόλεις Αθηνών και Πειραιώς, πάσα δε παράβασις αυτής μετά την τύπωσιν και δημοσίευσίν της καταδιώκεται συμφώνως με τα άρθρα 553, 556, 622 και 697 του Ποινικού Νόμου.

Ανατιθέμεθα την εκτέλεσιν εις τους Κ.Κ. υπαστυνόμους, τους αστυνομικούς υπηρέτας και την Β. Χωροφυλακήν.

Ο Διευθυντής

Γ. Κ. ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ

Ο Γραμματεύς

Π. Ι. Γιαννακόπουλος

 

Περί καταβρέξεως των οδών

Αριθ. Πρωτ. 3.594

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Κατά το έτος 1853 την 26 Απριλίου Ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς παρατηρούντες, ότι εκτός των άλλων εν χρήσει μέτρων της δημοσίου καθαριότητος, υπάρχει απολύτως αναγκαίον και το κατάβρεγμα των οδών κατά την επελθούσαν του χρόνου ώραν προς διατήρησιν της δημοσίου υγείας.

Έχοντες δε υπ’ όψιν τον §9 του άρθρου 54 του από 3 Δεκεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος και το άρθρ. 6 του ΡΚΣΤ Νόμου περί συστάσεως της Διοκητικής Αστυνομίας.

Διατάσσομεν.

Α. Υποχρεούνται πάντες δις της ημέρας, την μεν πρωίαν από της 6 μέχρι της 7 ώρας, μετά μεσημβρίαν δε από της 5 μέχρι της 6 να καταβρέχωσι το μέρος των αμαξωτών οδών, το έμπροσθεν των οικιών, εν αις κατοικούν, ή των εργαστηρίων, εις α εργάζονται, ή άλλων οποιωνδήποτε καταστημάτων αυτών.

Β. Η υποχρέωσις αύτη άρχεται από της α. Μαίου και λήγει την 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.

Γ. Πάσα παράβασις της παρούσης, δημοσιεθησομένης εις αμφοτέρους τους δήμους Αθηνών και Πειραιώς, θέλει καταδιώκεσθαι συμφώνως με το άρθρον 697 του Ποιν. Νόμου.

Δ. Η εκτέλεσις της παρούσης ανατίθεται εις τους Κ.Κ. υπαστυνόμους, τους αστυνομικούς υπηρέτας και την Β. χωροφυλακήν.

Ε. Η επί του αυτού αντικειμένου υπ’ αριθμ. 2.834 από 27 Ιουνίου π.ε. αστυνομική διάταξη καταργείται.

Ο Διευθυντής

Γ. Κ. ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ

Ο Γραμματεύς

Π. Ι. Γιαννακόπουλος

 

 

Περί μέτρων κατά της λύσσης

Αριθμ. 3.687

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Κατά το έτος 1853 την α. Μαΐου ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς έχοντες υπ’ όψιν ότι καθ’ όλον το έτος, ως η πείρα απέδειξε, και ιδίως κατά την επελθούσαν ώραν του θέρους η νόσος λύσσα ενσκήπτει εις τους κύνας, και δι’ αυτών μεταδιδομένη και εις ανθρώπους επιφέρει λυπηρά δυστυχήματα τα οποία η Αστυνομία έχει καθήκον να προλαμβάνη.

Δυνάμει των άρθρων 50, 51 και 56 του από 31 Δεκεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περί μολυσματικών νόσων και των άρθρων 20 και 51 του περί Δημοτικής Αστυνομίας από 3 Δεκεμβρίου του αυτού έτους Β. Διατάγματος καθώς και του άρθρ. 6 του ΡΚΣΤ νόμου περί συστάσεως της Διοικητικής Αστυνομίας,

Διατάσσομεν

Α. Υποχρεούνται πάντες οι Κύριοι κυνών να περιβάλωσιν εις μεν τον λαιμόν αυτών κλοιόν (χαλκάν) ηριθμημένον υπό της Αστυνομίας εις δε το στόμα των κημόν (χαβιάν).

Β. Όσοι κύνες δεν φέρουν κλοιόν και κημόν θέλουν φονεύεσθαι υπό προσώπων επί τούτω τις να φονεύη ατιμωρητί τους τοιούτους κύνας περιπλανωμένους εντός της περιφερείας της Διοικητικής Αστυνομίας.

Γ. Όστις γνωρίζει λυσσώντα τινά κύνα ή ύποπτον λύσσης, είτε περιφερόμενον, είτε διατρίβοντα εις τόπον τινά, χρεωστεί ν’ αναγγείλη τούτο πάραυτα εις την Αστυνομίαν.

Δ. Πας όστις παρατηρήσει εις τον κύνα αυτού συμπτώματα λύσσης, οίον δυσθυμίαν, δειλίαν, ανορεξίαν, δηκτικότητα και υδροφοβίαν, οφείλει να τον φονεύη ή τον κατακλείη ευθύς εις ασφαλές μέρος και να ειδοποιή πάραυτα την Αστυνομίαν.

Ε. Άμα γίνη δημοσίως γνωστό, ότι ενέσκηψεν η νόσος της λύσσης εις κύνας, οφείλει πας τις να κρατήση δεδεμένον διά σχοινίου στερεού ή δι’ αλύσου τον εαυτού κύνα και τοι όντα υγιά, άλλως και οι κημόν φέροντες κύνες, περιφερόμενοι εν τοιαύτη περιπτώσει θέλουν φονεύεσθαι.

Στ. Πάσα παράβασις της παρούσης μετά πέντε ημέρας από της δημοσιεύσεως αυτής θέλει καταδιώκεσθαι συμφώνως προς τα άρθρα 575, 615, 617 και 697 του Ποινικού Νόμου.

Ζ. Η δε εκτέλεσις αυτής, καθ’ όσον εις έκαστον ανήκει, ανατίθεται εις τους Κ.Κ. υπαστυνόμους, τους αστυνομικούς υπηρέτας, τους αγροφύλακες και την Β. Χωροφυλακήν.

Η. Αι προγενέστεραι περί του αυτού αντικειμένου αστυνομικαί διατάξεις καταργούνται αφ’ ου η παρούσα εμβή εις ενέργειαν.

Ο Διευθυντής

Γ. Κ. ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ

Ο Γραμματεύς

Π. Ι. Γιαννακόπουλος

 

 

Περί κινήσεως και σταθμεύσεως οχημάτων και αμαξών

Αριθ. Πρωτ. 4.851

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Κατά το έτος 1853 την 15 Ιουνίου εν Αθήναις ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς προθέμενοι να προλαμβάνωμεν τα εξ απειρίας και ανικανότητος των ηνιόχων, αμαξηλατών και άλλων οδηγών οχημάτων και ίππων ενδεχόμενα δυστυχήματα και τα εις τας οδούς προσγιγνομένας βλάβας υπό των διερχομένων φορτηγών και άλλων αμαξών, των εχουσών τους τροχούς αυτών ατέχνως ή κακώς κατασκευασμένους διά καρφωμάτων εξεχόντων της επιφανείας των σιδηρών στεφάνων.

Λαβόντες υπ’ όψιν τα άρθρα 20, 24, 51, 52, 53 και 54 §1 του περί Διοικητικής Αστυνομίας Β. Διατάγματος, συνδυαζόμενα με το άρθρ. 6 του περί Διοικητικής Αστυνομίας Νόμου, και με τις διατάξεις του από α. Δεκεμβρίου 1836 περί επιτηρήσεως των δημοσίων οδών Βασιλ. Διατάγματος.

Διατάττομεν.

1. Πας ιδιοκτήτης οιουδήποτε οχήματος ή αμάξης εκ των χρησίμων εις την από τόπου εις τόπον μετάβασιν ανθρώπων, ή εις μετακόμισιν πραγματειών οποιασδήποτε φύσεως, ή σκευών και επίπλων οιασδήποτε ύλης ή κατασκευής, ή λίθων και άμμου, ή χώματος, υποχρεούται να εγχαράξη επί του όπισθεν μέρους της προσόψεως του οχήματος ή της αμάξης του, τον αύξοντα αριθμόν του βιβλίου της Αστυνομίας, υφ’ ον και είναι εγγεγραμμένος παρουσιαζόμενος επί τούτω εις την Διεύθυνσιν της Διοικητικής Αστυνομίας.

Οι ιδιοκτήται των κλειστών οχημάτων υποχρεούνται επίσης να εγχαράξωσιν τον αυτόν αριθμόν και επί του ουρανού των οχημάτων του.

Οι εγχαραχθησόμενοι αριθμοί θέλουσιν είσθαι Αραβικοί, κανονικοί, εκ χρώματος λευκού, συσκευασμένου διά λινελαίου και επί επιφανείας μελανού χρώματος συσκευής ομοίας καθ’ όλα δε ταύτα και κατά το μέγεθος θέλουσιν είσθαι όμοιοι με το προπαρασκευασθέν παρ’ ημών υπόδειγμα.

Οσάκις όχημα ή άμαξα φορτηγός ήθελεν επισκευασθή, και ως εκ της επισκευής οι αριθμοί αυτών ήθελον εξαλειφθή, οι ιδιοκτήται αυτών χρεωστούν να τας εγχαράξωσιν εκ νέου και αμέσως.

Οσάκις δε νέα άμαξα ήθελε τεθή εις κίνησιν παρ’ οιουδήποτε, ο ιδιοκτήτης αυτής χρεωστεί να παρουσιάζηται εις την Διεύθυνσιν της Αστυνομίας και να ζητή τον αριθμόν αυτής.

2. Ως θέσις κατάλληλος προς στάθμευσιν οχημάτων θεωρείται και προσδιορίζεται, εν Αθήναις μεν προσωρινώς το κατά την οδόν της Αθηνάς μέρος από της οικίας του Σπαθή μέχρι του κάτωθεν του Ναϊδίου Αγίας Μαύρας υπάρχοντος πηγαδιού, όπερ κείται εν τω μέσω της οδού, και ουδείς αμαξηλάτης, ή ηνίοχος δύναται να σταθμεύση ουδεμίαν στιγμήν, εντεύθεν του πηγαδίου̇ εν Πειραιεί δε η πλατεία μεταξύ των οικιών Ματθαίου και Βερνάρδου.

Όλα τα φορτηγά αμάξια θέλουν σταθμεύει εν Αθήναις μεν εις την πλατείαν των Ταξιαρχών, πλησίον της οικίας του Κυρίου Τράϊμπερ, ή εις τα απέναντι αυτής γήπεδα εν Πειραιεί δε εις την ρηθείσαν πλατείαν μεταξύ των οικιών Ματθαίου και Βερνάρδου, και εις την του Τελωνείου.

Εξαιρούνται της υποχρεώσεως ταύτης τα οχήματα και αι άμαξαι ων οι ιδιοκτήται έχουσιν ιπποστάσια ίδια̇ οφείλουσιν όμως ούτοι να διατηρώσιν εντός αυτών προς στάθμευσιν τα οχήματα ή άμαξάς των, εάν δεν προτιμώσι τα προς στάθμευσιν ορισθέντα, ως ανωτέρω, δημόσια μέρη.

3. Απαγορεύεται εις πάντα μη γεγυμνασμένον εντελώς εις την οδήγησιν και διεύθυνσιν οχημάτων και αμαξών να ηνιοχή ή ν’ αμαξηλατή επομένως ουδείς ηνίοχος ή αμαξηλάτης δύναται να εξασκήση τοιούτον έργον άνευ προηγουμένης εγγράφου αδείας της Αστυνομίας.

Απαγορεύεται δε και εις τους ιδιοκτήτας των οχημάτων και αμαξών το να προσλαμβάνωσιν εις την υπηρεσία των ηνιόχους ή αμαξηλάτας άτομα μη φέροντα τοιαύτην άδειαν οσάκις δε αντικαθιστώσι τούτους δι’ άλλων, οφείλουσι να γνωροποιώσιν ευθύς τούτο εις την Αστυνομίαν διά να γίνηται εις τα βιβλία η ανήκουσα περί της μεταβολής ταύτης εγγραφή.

4. Απαγορεύεται η σταμάτησις οποιουδήποτε οχήματος ή αμάξης εις τας στενάς ή άλλας οδούς των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς, εκτός μόνον όπου και όσον το απαιτεί η ανάγκη της επιβάσεως ή αποβάσεως των επιβατών και της φορτώσεως ή εκφορτώσεως των μετακομιζομένων πραγμάτων.

5. Απαγορεύεται ωσαύτως εις πάντα αναβάτην (καβαλάρην) και εις πάντα ηνίοχον ή αμαξηλάτην να γυμνάζωσι τους ίππους και να περιτρέχωσι καλπάζοντες ή άλλως τρέχοντες εις τας πλατείας, εις τους περιπάτους, εις τας οδούς, εις τα ρύμας αμφοτέρων των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς, και εις άλλα δημόσια μέρη, όπου συχνάζουσιν άνθρωποι, και όπου απεναντίας είναι ανάγκη να προχωρώσι βήμα προς βήμα τακτικώς και ησύχως.

6. Αι φορτηγαί άμαξαι, αι μετακομίζουσαι ξυλείαν, λίθους, χάλικας και άλλας ύλας ή αντικείμενα των οποίων η πτώσις δύναται να επιφέρη συμβάντα απευκταία, ή να ρυπάνη τας οδούς, δεν θέλουν φορτώνεσθαι υπεράνω του οριζοντίου ξύλου (κουπαστής) ή των περιφρακτικών σανίδων.

7. Απαγορεύεται εις τους ιππείς και εις πάντα ηνίοχον ή αμαξηλάτην το ν’ αποχαλινώνωσιν επί των δημοσίων οδών τους ίππους προς τροφοδοσίαν, προς πότισμα ή δι’ άλλην αφορμήν οιανδήποτε, πριν ή τας δέσωσι καταλλήλως.

8. Όλα τα περιοδεύοντα εν καιρώ νυκτός ή οπωσδήποτε κινούμενα οχήματα, θέλουν είσθαι εφωδιασμένα με φανάρια αναμένα.

9. Οι ηνίοχοι και αμαξηλάται παντός είδους εισίν υπόχρεοι καταβαίνοντες εις τον Πειραιά και αναβαίνοντας εις τας Αθήνας καθώς και όταν οδοιπορώσιν ή διαβαίνωσιν οιανδήποτε άλλην οδόν να τρέπωνται πάντοτε εις το δεξιόν μέρος προς αποφυγήν ενδεχομένης συγκρούσεως οφείλουν δε να παρεγκλίνωσι και να παρατάττωνται (αραδιάζωνται) ο εις κατόπιν του άλλου, όταν πλησιάζωσιν άλλα ερχόμενα οχήματα ή αμάξια, και εντός των πόλεων ν’ αφίνωσιν ελεύθερον το ήμισυ τουλάχιστον των αγειών της δημοσίας οδού.

10. Όλα τα οχήματα και αμάξια θέλουν είσθαι στερεώς κατασκευασμένα, οι δε ιδιοκτήται αυτών εισίν υπόχρεοι να τα διατηρώσι πάντοτε διά καθολικών ή μερικών επισκευών εις ακίνδυνον και ανεπισφαλή κατάστασιν ουδέποτε δε δύνανται να ώσιν εις ενέργειαν σεσαθρωμένα οχήματα ή άμαξαι, και τα τοιαύτα θέλουν εμποδίζεσθαι του να οδοιπορώσι ή και να κινώνται.

11. Απαγορεύεται εν γένει να εξέχωσιν από της επιφανείας των στεφάνων των τροχών των αμαξών και οχημάτων τα καρφώματα και οποιουδήποτε είδους προσκλώσεις του έξωθεν μέρους του στεφάνου των τροχών. Τα της κατηγορίας ταύτης οχήματα και αμάξια θέλουν εμποδίζεσθαι της οδοιπορίας ή της κινήσεώς των.

12. Οσάκις δι’ αναζήτησιν φυγοδίκων, ή δι’ άλλους λόγους της δημοσίας τάξεως ή ασφαλείας θεωρηθή αναγκαία η επίσκεψις οχήματος ή αμάξης, ο ηνίοχος ή αμαξηλάτης είναι υπόχρεος να σταθή ευθύς εις την πρώτην φωνήν οιουδήποτε αστυνομικού υπαλλήλου ή υπηρέτου.

13. Προς εγχάραξιν των αριθμών επί των οχημάτων και αμαξών και προς επισκευήν των κακώς ή ατέχνως κατεσκευασμένων και σαθρών κατά τα άρθρα 1, 10 και 11 της παρούσης χορηγείται δεκαπενθήμερος προθεσμία εις τους ιδιοκτήτας αυτών.

Πάσα παράβασις της παρούσης διατάξεως θέλει καταδιώκεσθαι ποινικώς κατά τα άρθρα 610, 627, 628 και 697 του Ποινικού Νόμου.

Αι υπ’ αριθμ. 812 και 2685 από 15 Μαΐου και 22 Σεπτεμβρίου 1849 αστυνομικαί διατάξεις μέχρι τούδε εν ισχύι περί των αυτών αντικειμένων ακυρούνται από της δημοσιεύσεως της παρούσης.

Η παρούσα διάταξις θέλει δημοσιευθή καθ’ όλην την έκτασιν εις τας πόλεις Αθηνών και Πειραιώς.

Ο Διευθυντής

Ρ. Κ. ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ

Δ. Γ. Ιωαννίτης

 

Περί νομής των ποιμνίων

Αριθ. Πρωτ. 7.462

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Κατά το έτος 1853 και τετάρτην Σεπτεμβρίου εν Αθήναις, Ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς έχοντες υπ’ όψιν το από 13 Μαΐου Διάταγμα περί προξενουμένης εις τους αγρούς βλάβης εκ της βοσκής των ζώων̇ το από 31 Δεκεμβρίου 1836 περί προφυλάξεως των δενδροφυτειών έτερον Διάταγμα, και τα άρθρα 20 και 25 του περί δημοτικής Αστυνομίας, εν συνδυασμώ τούτων απάντων με το άρθρον 6 περί Διοικητικής Αστυνομίας νόμου.

Διατάσσομεν

Α) Απαγορεύεται εις τους έχοντας πρόβατα, αίγας, βόας, ίππους και παντός είδους ζώα άνευ διακρίσεως αριθμού να βόσκουν και να ελαύνουν αυτά μόνοι, ή δι’ άλλων επί αλλοτρίων γαιών κειμένων εντός της περιφερείς του παλαιού και του νεοφύτου ελαιώνος των Δήμων Αθηνών και Πειραιώς, και εν γένει επί δενδροφυτειών, αμπελώνων σπαρτών και φυτών.

Β) Αι απαρτίζουσαι τους ειρημένους ελαιώνας και λοιπά κτήματα θέσεις εισίν αι εξής: Αιγόκερως, Βαφιλούστρα, Ταύρος, Εσταυρωμένος, Πύργος, Καρτζεβάνη, Λαδοξύστης, Καμήνια, Άγιος Δημήτριος, Παλαιοχώρι, Άγιος Πολύκαρπος, Άγιος Σάββας, Άγιος Νικόλαος, Χωστός, έξω και μέσα Κουμαριά, Συκαϊλός, Άστροφος, Μπαράλιο, Σεπόλια, Λευί χωρίον, Μύλος Κοιλώνι, Μύλος δύο Μάρμαρα, Μύλος Ρώμα, Μύλος Γέροντα, Μύλος Τουραλή, Ανάκασα, Ποδονύφτης, Άγιος Ελευθέριος, Όπλα, Άγιος Νικόλαος, Πλατάνα, Άνω και Κάτω Πατήσια, Πλακάκια, Ποδάρους, Άγιος Γεώργιος, Γαλάκη, Χαμοστέρνα, Αμπελόκηποι και Βουνόν.

Γ) Απαγορεύεται επίσης το βόσκειν και ελαύνειν τα ειρημένα ζώα εις τα σύνορα Βέντη, Λόχα, Μοσχάτο, Βάρη, Μποστάνια, άνω και κάτω Περόνι, Βουρλοπόταμον, έως Πικροδάφνη κατά τον παλαιόν και νέον ελαιώνα των χωρίων Αμαρουσίου, Χαλανδρίου, Κηφισιάς, Λογοθέτη, Καλογραίζας και Μπερχάμη, καθ’ όλων αυτών την περιφέρειαν.

Δ) Επιτρέπεται να βόσκωσι τα εργατικά ζώα των Πλακιωτών εντός του παλαιού εγνωσμένου Λειβαδίου βοών.

Ε) Επίσης επιτρέπεται να βόσκωσι τα εργατικά ζώα των κατωμερητών, ήτοι των προς το Βορρειοδυτικόν μέρος της πόλεως Αθηνών, κατοικούντων, εντός του εγνωσμένου παλαιόθεν λειβαδίου βοών οριζομένου προς δυσμάς από τον Φαληρέα και Καραβά, προς ανατολάς και βορράν από τον τάφον του Καραϊσκάκη και το σύνορον Βάρη λεγόμενον, και προς μεσημβρίαν από την θάλατταν.

Στ) Έχουν το δικαίωμα οι κύριοι των εργατικών ζώων να βόσκουν αυτά εις τους αγρούς των, δεδεμένα όμως εις πασσάλους εις τρόπον ώστε να μη δύνανται να εισέλθωσιν εις τα παρακείμενα κτήματα.

Ζ) Επιτρέπεται εις τους ποιμένας να οδηγώσι τα πνοίμνιά των προς πότισιν άπαξ της ημέρας από της 1ης Απριλίου μέχρι τέλους Οκτωβρίου εκάστου έτους εις τα παρά τον ελαιώνα τρία φρέατα, τα κείμενα εις τας θέσεις Κουλουριώτη, Διασωρίτη και Περιστεριώτισσα. Επειδή δε αι θέσεις αύται εισίν απηγορευμέναι προς βοσκήν, οφείλουσιν οι ποιμένες ούτοι, οδηγούντες τα ποίμνιά των εις τα ειρημένα φρέατα, να μη περιπλανώνται βόσκοντες, αλλά να τα οδηγώσιν άνευ βραδύτητος και κατ’ ευθείαν εις τα φρέατα, επανερχόμενοι αμέσως μετά το πότισμα εις τας θέσεις της βοσκής των.

Η) Πάσα παράβασις των ανωτέρω διατάξεων θέλει καταδιώκεσθαι και τιμωρείσαι κατά τους ορισμούς του άρθρ. 696 του Ποιν. Νόμου και του από 13 Μαΐου 1835 περί της προξενουμένης εις τους αγρούς βλάβης εκ της βοσκής των ζώων Β. Διατάγματος.

Θ) Η υπ’ αριθμ. 692 από 29 Ιανουαρίου ε.ε. μέχρι τούδε εν ισχύι περί του αυτού αντικειμένου διάταξις ακυρούται από της δημοσιεύσεως της παρούσας.

Ο Διευθυντής

Γ. Κ. ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ

Ο Γραμματεύς

Δ. Γ. Ιωαννίτης

 

 

Περί βοσκής των χοίρων και αιγών

Αριθ. Πρωτ. 7.881

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ.

Κατά το έτος 1853 την 15 Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Ημείς Διευθυντής της Διοικητικής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς παρατηρούντες, ότι αφ’ ενός η διατήρησις χοίρων, έστω και οικοσίτων, εντός των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς αντίκειται εις την κοινήν υγείαν, και αφ’ ετέρου η περιπλάνησις αυτών καθώς των αιγών και παντός άλλου ζώου ανεπιτηρήτως εντός των ειρημένων πόλεων και εις τα πέριξ αυτών γίνεται πρόξενος ακαθαρσιών εντός και πέριξ των πόλεων και ζημιών εις τας δενδροφυτείας, τα σπαρτά και άλλα κτήματα.

Έχοντες υπ’ όψιν τα άρθρα 20, 54, 65 και 66 του από 31 Δεκεμβρίου 1836 περί Δημοτικής Αστυνομίας Β. Διατάγματος, το από 31 Μαΐου 1835 περί προξενουμένης εις τους αγρούς βλάβης εκ της βοσκής των ζώων Β. Διάταγμα, και τον από 16 Φεβρουαρίου 1848 Νόμον περί θανατώσεως των περιπλανομένων ζώων, χοίρων και αιγών, συνδυαζομένων με το άρθρ. 6 του από 13 Μαρτίου 1849 Νόμου περί συστάσεως της Διοικητικής Αστυνομίας.

Διατάσσομεν.

1) Απαγορεύεται η διατήρησις συφορβίων και η περιπλάνησις, ή η βοσκή χοίρων και αιγών εντός και εις τα πέριξ των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς.

2) Της διατήρησιν συφορβίων και βοσκήν των χοίρων προσδιορίζομεν διά μεν τας Αθήνας το μεσημβρινό μέρος της περιοχής αυτών το πέραν του Ιλίσσου κείμενον και περιλαμβανόμενον εντός των εξής ορίων στην γέφυραν της Δουκίσσης και την κατά συνέχειαν διεύθυνσιν του ρεύματος του Ιλισσού μέχρι του σημείου της διαιρέσεώς του εις την οδόν Βουνού, από δε του πρώτου και του τελευταίου σημείου κατ’ ευθείαν γραμμήν μέχρι της θαλάσσης» διά δε τον Πειραιά την θέσιν ένθα κείνται τα’ απέναντι της Ζέας λίμνης Βούρλα, αρχομένην από το μέρος των σφαγείων και λήγουσαν μέχρι του νεκροταφείου. Απαγορεύομεν δε την εις άλλα παρά τα μέρη ταύτα σύστασιν συφορβίων της βοσκήν και διατήρησιν χοίρων.

3) Εις μόνην την περίπτωσιν, καθ’ ην πρόκειται να σφαγώσι χοίροι της πώλησιν, συγχωρείται να οδηγώνται οι της τούτο ωρισμένοι εις τα σφαγεία των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς μίαν ημέραν το πολύ προ της σφαγής των εννοείται δε, ότι οδηγούμενοι τοιούτοι χοίροι εις τα σφαγεία δεν πρέπει να περιπλανώνται της βοσκήν, ή άλλως, αλλά να διευθύνωνται κατ’ ευθείαν και άνευ βραδύτητος από τον ωρισμένον κατά τα ανωτέρω δεύτερον άρθρον τόπον της βοσκής των εις τα σφαγεία.

4) Απαγορεύεται της η άνευ επιτηρήσεως περιπλάνησις παντός άλλου ζώου εντός και εις τα πέριξ των πόλεων Αθηνών και Πειραιώς.

5) Επιτρέπεται εις της αγροφύλακες να θανατόνωσι της χοίρους και αίγας, όταν καταλαμβάνωσι τα ζώα ταύτα περιπλανώμενα άνευ επιτηρήσεως εντός αλλοτρίας ιδιοκτησίας και προξενούντα εις αυτήν ζημίαν.

Η θανάτωσις των αυτών ζώων επιτρέπεται κατά τας αυτάς περιστάσεις και εις της ιδιοκτήτες των βλαπτομένων κτημάτων, ή εις της αντ’ αυτών ενεργούντας, εντός των ιδιοκτησιών των. Επιτρέπεται της εις της Αστυνομικούς κλητήρας και εις της χωροφύλακας να θανατόνωσι της χοίρους, ους ήθελον καταλάβει περιλαμβανομένους εντός και πέριξ των ειρημένων πόλεων.

6) Πάσα παράβασις των ανωτέρω αρθρ. 1 έως 4 θέλει καταδιώκεσθαι και τιμωρείσθαι συμφώνως με της ορισμούς των άρθρ. 1, 2 και 3 του από 13 Μαΐου 1835 περί προξενουμένης εις της αγρούς βλάβης εκ της βοσκής των ζώων Β. Διατάγματος και του άρθρου 697 του Ποιν. Νόμου.

7) Η μέχρι τούδε εν ισχύι περί του αυτού αντικειμένου υπ’ αριθ. 1474 της 18 Φεβρουαρίου ε.ε. Αστυνομική Διάταξις ακυρούται από της δημοσιεύσεως της παρούσης.

Ο Διευθυντής

Γ. Κ. ΤΙΣΑΜΕΝΟΣ

Ο Γραμματεύς

Α. Γ. Ιωαννίτης